Κράτος και κυριαρχία στην δοκιμασία της διεθνούς μετανάστευσης και του “Brexit”

janvier 2017, Jacques Guigou, Jacques Wajnsztejn

Πρωτότυπος τίτλος: État et souveraineté à l’épreuve des migrations internationales et du « Brexit »


Toutes les versions de cet article : [ελληνικά] [français]


Η σημερινή κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να απεικονίζει την γενικότερη σχετικά με το κράτος στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία στην πρόσφατη ανάλυσή μας που επικεντρώνεται στα τρία επίπεδα κυριαρχίας του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.

Μπορούμε να πούμε ότι το επίπεδο Ι, που είναι αυτό του υπερκαπιταλισμού και το οποίο είναι η κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, συναντά δυσκολίες. Όχι στο να επεκτείνει την επιρροή του, αλλά πρώτα απ’ όλα στο να διασφαλίσει μια ελάχιστη παγκόσμια τάξη, κι αυτό εν απουσία της κυριαρχίας ενός ιμπεριαλισμού παραδοσιακού και κυρίαρχου. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε μετά την ολοκλήρωση αυτής της τάσης μια νέα παγκόσμια τάξη (ένα στρατηγικό ζήτημα της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω από εκείνο της λεηλασίας του πλούτου) έχει οδηγήσει σε αυξημένη αστάθεια και στο πέρασμα των αστυνομικών επιχειρήσεων σε μια μάχη κατά της τρομοκρατίας.

Στη συνέχεια, υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα αφενός, αυτού του καπιταλισμού κορυφής για να δανειστώ μια φράση του Φ. Μπρωντέλ (Επίπεδο Ι για εμάς), στο μέτρο που ευνοεί τη ρευστότητα και την ευελιξία έναντι της στασιμότητας, την κεφαλαιοποίηση έναντι της συσσώρευσης, το παγκόσμιο έναντι του τοπικού, κλπ, και αφετέρου αυτού που ονομάζουμε επίπεδο II που είναι αυτό όπου οι εταιρείες υπόκεινται στην αγορά (που είναι αποδέκτες τιμών, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις του επιπέδου Ι, είναι δημιουργοί τιμών) και τα εθνικά κράτη που είναι επιφορτισμένα με τη διαχείριση της εσωτερικής αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων.

Αντιπαρατίθενται επομένως δύο τύποι κυριαρχίας, από τη μια πλευρά, μια κυριαρχία κορυφής με τους παγκόσμιους παίκτες (τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς των οποίων η ισχύς αναδιατάσσεται σε δίκτυο, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα συνδικάτα και τις ΜΚΟ) με τους διεθνείς κανονισμούς τους, το διεθνές δίκαιο και από την άλλη τις εθνικές κυριαρχίες του επιπέδου II που υπονομεύονται από την κρίση της μορφής του έθνους-κράτους, αλλά οι οποίες «αντιστέκονται» στο βαθμό που αυτή η κυριαρχία, για να εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει να ελέγξει το έδαφος, τις εισόδους και τις εξόδους του, είτε από την πλευρά των επιχειρήσεων (μετεγκαταστάσεις, συνθήκες εγκατάστασης και οι νόρμες τους), είτε από φορολογική άποψη, είτε τέλος από την άποψη της μετανάστευσης των πληθυσμών. Έναντι της τάσης αποτοπικοποιήσης στο επίπεδο Ι αντιστοιχούν και όχι πάντα σε διαλεκτική αντίθεση, οι παράγοντες της τοπικοποιήσης ή εκ νέου τοπικοποιήσης στο επίπεδο II.

Αφήνουμε στην άκρη εδώ το ζήτημα του συσχετισμού δύναμης μεταξύ των εξουσιών στο επίπεδο Ι. Εν τάχει, θα πούμε ότι οι θέσεις που θεωρούν μια διατήρηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ (grosso modo οι κλασσικές αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις και οι θέσεις της αντι-παγκοσμιοποίησης) ή προβλέπουν το πέρασμα από μια παλιά κυριαρχία, της Αμερικής, σε μια νέα, Κινέζικη, δεν μας πείθουν ούτε οι μεν ούτε οι δε. Αυτή που φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα συνολική ανάλυσή μας είναι του David Harvey που μιλά για «κυριαρχία χωρίς ηγεμονία». Θα μπορούσε να είναι πολύ κοντά σε αυτά που λένε οι Hardt και Negri με τη φιλοσοφία τους για την «Αυτοκρατορία» που διαφέρει σαφώς από εκείνη του ιμπεριαλισμού 3, αν και έχουν εμμονή με την ντελέζιαν οριζοντιότητα βλέποντας την ως ένα "επίπεδο χώρο" σαν να μην υπήρχε πλέον καθετότητα και ιεραρχία στην διαδικασία κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η πρόκληση είναι να την δούμε μέσα από την ιεραρχική σχέση μεταξύ των επιπέδων και εδώ, για παράδειγμα μεταξύ των επιπέδων Ι και ΙΙ (σε αυτή τη σύντομη επικαιροποίηση αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του επιπέδου ΙΙΙ).

Πράγματι, πρέπει να διατηρήσουμε τα δύο άκρα της διαδικασίας για να κατανοήσουμε τη δυναμική και τις πιθανές αντιφάσεις. Η δυναμική του κεφαλαίου είναι να αποτοπικοποιηθεί έστω κι αν η πολιτική και η διοίκηση στην συνέχεια θα έρθουν να τοπικοποιήσουν εκ νέου... χωρίς να αναζητήσουν την κατανόηση του τι "συνιστά τόπο". Εξ ου και η πρόκληση του περάσματος από 25 σε 13 περιφέρειες στην πρόσφατη μεταρρύθμιση της αποκέντρωσης στη Γαλλία! Μια περαιτέρω αποκέντρωση που συγκεντροποιείται εκ νέου με κάποιο τρόπο! Το ίδιο πρόβλημα, αλλά ευρύτερο σε ό, τι αφορά την Ευρώπη: ποια είναι τα όριά της: μέχρι που να προωθηθεί προς την Ανατολή; Ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας; Οι απαντήσεις δεν θα είναι οι ίδιες, ανάλογα με το επίπεδο της κυριαρχίας που αναπτύσσεται σε αυτή την κλίμακα επειδή δεν είναι ακόμη μια ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη ικανή να αντισταθεί τον παγκόσμιο χαρακτήρα του κεφαλαίου και στην τάση του για νομαδισμό, αλλά μια παράθεση κρατών που δεσμεύονται από κοινούς κανόνες.

Το ίδιο με το πολύ επίκαιρο θέμα των μεταναστών γενικά ή ειδικά των προσφύγων. Ένα θέμα το οποίο, αν κοιτάξουμε προσεκτικά, αποσπάται από τον τρόπο που συνήθως τίθενται στην ιστορία. Πράγματι, οι μετανάστες που παραδοσιακά δεν διαφεύγουν από το επίπεδο ΙΙ της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για πολιτικούς μετανάστες που προσπαθούν να ξεφύγουν από δικτατορίες για να ενταχθούν σε έθνη-κράτη των οποίων οι αρχές και οι αξίες βασίστηκαν στην υποδοχή των εξόριστων είτε για οικονομικούς μετανάστες που θα ενίσχυαν το απόθεμα του ανεπαρκούς εργατικού δυναμικού διαρθρωτικά ή συγκυριακά της χώρας υποδοχής. Η καπιταλιστική κοινωνική σχέση υπήρξε πάντα ένας συνδυασμός εδαφικής κυριαρχίας και πολιτικού ελέγχου από μία πλευρά και της διάστασης ρευστότητας από την άλλη με την κυκλοφορία της παραγωγής και των πληθυσμών. Σήμερα, όμως, αυτό που αλλάζει είναι, πρώτον, ότι οι εθνικές κυριαρχίες είναι ασθενείς, εμφανώς σε χώρες που ιστορικά τις έχουν χάσει από καιρό (οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι χώρες της Μεσογείου), αλλά και στις παλιές δυνάμεις όπως ακριβώς ήρθε να μας δείξει το βρετανικό "Brexit", και, στη συνέχεια, ότι οι φτωχοί μετανάστες είναι παγκόσμιο πλεόνασμα του οποίου τα κράτη εμποδίζουν την κίνηση στην πράξη, ακόμη και αν έχουν θεσπίσει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στη θεωρία.

Ο Rocard το είπε ήδη στη δεκαετία του 1980, καμία δύναμη δεν έχει αποστολή να επιφορτιστεί όλη τη δυστυχία του κόσμου και το πολιτικό άσυλο δεν δόθηκε ποτέ χωρίς περιορισμό. Η τελευταία παίρνει ένα συμπαγή χαρακτήρα στο πλαίσιο των μεγάλων αιτίων που νομιμοποιούνται από ένα δημοκρατικό ή αντιφασιστικό στοιχείο που δεν αντιστοιχεί στην τρέχουσα κατάσταση των προσφύγων που το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αναστατώνει. Το αντίθετο αντιστοιχεί μόνο στο καλωσόρισμα σταδιακά μερικών μεγάλων αντιπάλων, από τον Τρότσκι έως τον Χομεϊνί μέσω Μπεν Μπάρκα όσον αφορά τη Γαλλία.

Η κατάσταση δεν είναι πλέον η ίδια, υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σήμερα με μια τάση που συνδυάζει την ανθρωπιστική ηθική και την άρση των εμποδίων όλων των ειδών, σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική σε σχέση με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Η Μέρκελ εκπρόσωπος της κυρίαρχης οικονομικής δύναμης στην Ευρώπη πήρε αμέσως θέση για ένα μέγιστο άνοιγμα που αντιπροσωπεύει τα στρατηγικά συμφέροντα του Επίπεδου Ι της κυριαρχίας, αυτά ενός κεφαλαίου αποτοπικοποιημένου αλλά συνδεδεμένου σε δίκτυα παραγωγής (πολυεθνικές και οι θυγατρικές τους ), κυκλοφορίας (χρηματοοικονομία), διανομής (Walmart and Co), επενδύσεων (ΑΞΕ), και επικοινωνίας (Google, Facebook) εγγυημένα από ένα δίκαιο και τους διεθνείς οργανισμούς. Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο και επηρεασμένη από δυσμενείς πολιτικές και λαϊκές αντιδράσεις στη Γερμανία ευθυγραμμίστηκε με τις πιο συντηρητικές πολιτικές των γειτόνων της. Πράγματι, αυτοί, στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να σκέφτονται ως εθνικό κράτος υπεύθυνο για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο επιπέδου ΙΙ και, επομένως, από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας που ορίζεται από τον έλεγχο του εδάφους. Όπως το ορίζει ο Carl Schmitt, ο κυρίαρχος είναι αυτός που έχει εξουσία πάνω στα σύνορα. Το "Brexit" στο Ηνωμένο Βασίλειο εκφράζει την αντίφαση μεταξύ του επιπέδου Ι, όπου το κεφάλαιο εμφανίζεται διακρατικό και δικτυωμένο και του επίπεδου ΙΙ, όπου η συμβίωση κεφαλαίου και εθνικής κυριαρχίας είναι πιο δύσκολο να επιτευχθεί. Τα σύνορα είναι ακόμα μια πολιτική οντότητα η οποία παρεμποδίζει την ρευστότητα ακόμη και αν η κυριαρχία της Ευρώπης είναι ασθενής, διότι δεν βασίζεται σε ένα ευρωπαϊκό λαό που δεν υπάρχει.

Επιπλέον, καθώς το θέμα της χρηματοδότησης δεν έχει ξεκαθαριστεί - γιατί αν και το κράτος εγκαταλείπει τις αρμοδιότητές του εξακολουθεί να κατέχει τα πορτοφόλια – αυτό μπορεί να ωθήσει τις περιφερειακές μητροπόλεις προς μια επιταχυνόμενη παγκοσμιοποίηση (Μονπελιέ) ή εδαφική αυτονομία (Βαρκελώνη, Βόρεια Ιταλία (Padanie)) ή σε περιοχές μεταξύ των δύο που επιδιώκουν να επιβιώσουν με τη βοήθεια ανεξάρτητων μέσων αλλά με την προϋπόθεση της ΚΑΠ ή της τοπικής αιγίδας (Sivens).

Για παράδειγμα, είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι ψήφοι αντι-Brexit που καταγράφονται στη Σκωτία και την Ιρλανδία είναι πρωτο-εθνικής κυριαρχίας ή αντίθετα μια αναζήτηση για ένα ενδιάμεσο επίπεδο παγκοσμιοποίησης για τις χώρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους τον κόσμο . Εδώ βλέπουμε τα όρια για μια ερμηνεία της ψηφοφορίας για το Brexit με όρους αντίθεσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών, διανοούμενων και χειρωνακτών, ελίτ / ολιγαρχίας και λαού, αυτές οι αντιθέσεις θα ενταχθούν στους διάφορους λαϊκισμούς δεξιούς και αριστερούς ως εάν να μην υπήρχαν εργαζόμενοι ή λαϊκές περιοχές στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ στη δεύτερη τα όρια της ψηφοφορίας περνούν μέσα από τη θρησκεία και όχι κατά κύριο λόγο από το κοινωνικό πεδίο.

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια οριακή περίπτωση ενσωμάτωσης στην ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός. Σχετικά με το "Brexit" έχουμε ακούσει ότι το 80% των επιχειρήσεων και του Σίτυ ήταν υπέρ στο να μείνει στην ΕΕ, ενώ οι εταιρείες αυτές και η βρετανική χρηματοοικονομία είναι ανοικτή χωρίς όρια στον κόσμο και δεν περιορίζονται σε δραστηριότητες στην Ευρώπη ( μόνο το 45% των εξαγωγών). Τι κάνει η εθνική κυριαρχία σε αυτή την περίπτωση; Τα πρώτα μέτρα μετά το Brexit που ανακοινώθηκαν από τους κυβερνόντες (Osborne, Κάμερον και στην συνέχεια May) είναι χαλαρές προτάσεις για φορολογικά θέματα, προκειμένου να αντισταθμίσουν την πιθανή απώλεια υλοποίησης ξένων επενδύσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως η μετατροπή της Αγγλίας σε Κύπρο, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο, δεν είναι εθνική κυριαρχία αλλά πάει προς στο αντίθετό της. Άλλωστε, δεν είναι σαφείς οι κοινές θέσεις μεταξύ των τριών πολιτικών. Για παράδειγμα, η May που ήταν κατά το ήμισυ φιλοευρωπαϊκή και κατά το ήμισυ Brexit δεν είναι υπέρ της «εθνικής κυριαρχίας», αλλά της παγκοσμιοποίησης, επιδιώκει να καταχωρήσει την πολιτική της εντός του επιπέδου Ι και είναι με αυτή τη θέση που θα διαπραγματευθεί τις συμφωνίες με την Ευρώπη, συμφωνίες οι οποίες, στοιχηματίζουμε ότι δεν θα είναι επιζήμιες για το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπέρμαχοι της εθνικής κυριαρχίας στην Δεξιά όπως ο Nigel Farage στη Βρετανία και η Λεπέν στη Γαλλία πρόβαλαν μια αισιοδοξία προς το παρόν αβάσιμη σχετικά με τις πιθανές συνέπειες του «Brexit». Αυτό δεν σημαίνει ούτε πραγματική εθνική ανεξαρτησία, αδύνατη σήμερα και ειδικά για τη βρετανική οικονομία, ούτε το τέλος της λιτότητας, αυτή έχει αιτίες που δεν είναι μόνο εξωγενείς ως αποτέλεσμα των πολιτικών της προσφοράς η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα σε όλο τον κόσμο και της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της ευρωζώνης 4 αλλά γενικότερα οφείλονται σε ενδογενή στοιχεία, στο βαθμό που, παραδόξως, οι τρέχουσα δυναμική της παγκοσμιοποίησης βασίζεται σε μια «συρρικνούμενη αναπαραγωγή" (κεφαλαιοποίηση αντί για συσσώρευση).

Όσον αφορά τις διεθνιστικές θέσεις της αριστεράς και των αριστεριστών, δεν είναι τόσο ότι είναι αθόρυβες, όσο ότι δεν έχουν λόγο, όπως φαίνεται στην πρόσφατη δήλωση του Κεν Λόουτς, αντι-ΕΕ, αλλά και εναντίον του "Brexit".

Αν υπάρχει αντίσταση στο επίπεδο ΙΙ και, συνεπώς, τάση για «εθνική ανεξαρτησία» όπως διακρίνεται από την κυριαρχία - η πρώτη είναι μια ιδεολογία η δεύτερη είναι μια αρχή της εξουσίας - είναι επειδή αν και η ροή των εμπορευμάτων, η χρηματοοικονομική, η τουριστική και η ροή της εργασίας μπορούν να διασχίσουν τα "οικονομικά" σύνορα, αντιμετωπίζουν μια πραγματικότητα που είναι ότι τα σύνορα είναι επίσης ιστορικές, γεωγραφικές και πολιτικές οντότητες (βλέπε και πάλι τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα των "χωρίς χαρτιά" σε περιόδους μεγάλης αναταραχής, το «καθεστώς» των απάτριδων το 1930, κ.λπ.).

Στο πλαίσιο αυτού του ιεραρχημένου συνόλου, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως ένα ενδιάμεσο βήμα στο πλαίσιο του Επίπεδου Ι, ένα είδος γέφυρας μεταξύ της υπερεθνικής τάσης που καλύπτει το όλον και των εθνικών κυριαρχιών σε παρακμή που πρέπει να διέπουν το επίπεδο ΙΙ και να διαχειρίζονται τις γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στο επίπεδο ΙΙΙ, όπου ανθούν οι αγανακτισμένες απαιτήσεις των εμπόρων και των αγροτών, η σποραδική οργή των προαστίων, όταν καταφέρνουν να υπερβούν την καθημερινότητα των προσκλήσεων για προσευχή και τις δραστηριότητες μιας παράλληλης οικονομίας.

Ως εκ τούτου, Η ΕΕ έχει τη θέση της στη διαδικασία ολοποίησης του κεφαλαίου (ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις και διευκολύνει τις μετεγκαταστάσεις), αλλά είναι συχνά σε αστάθεια, γιατί το όριό της είναι να βρίσκεται σε μια κλίμακα διεθνοποίησης η οποία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, αν κάποιος σκέφτεται μόνο με οικονομικούς όρους, δηλαδή έξω από τη λογική της κυριαρχίας, ως εάν το κεφάλαιο να μην ήταν πλέον παρά ένα σύστημα, μια μηχανή.

Πράγματι, σε αυτή την περιορισμένη οπτική γωνία, το κατάλληλο επίπεδο της παγκοσμιοποίησης γίνεται όλο και πιο παγκόσμιο, όπως έχουμε δει, στην πραγματικότητα, με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μπλοκάρουν την ενδο-ευρωπαϊκή συγκεντροποίηση υπό το πρόσχημα ότι αλλοιώνει τον ανταγωνισμό, γεγονός που κατέληξε στην πραγματικότητα να παραδώσει κάθε μία από αυτές τις προσπάθειες σε μη ευρωπαίο ανταγωνιστή. Δεν έχει αποδείξει ότι είναι μια ενδιάμεση ρυθμιστική δύναμη στο βαθμό που θυσίασε σ’ ένα σχεδιασμό της ΕΕ ως απλή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, μια τάση που ενισχύεται από την αύξηση του αριθμού των μελών της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο ρόλος της Γερμανίας εδώ είναι σε ιδιαίτερη αρμονία με αυτές τις συνθήκες. Μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανία αποτελεί ένα ιδανικό τύπο σύγχρονου κράτους στο επίπεδο Ι. Η δύναμή της δεν είναι ούτε στρατιωτική ούτε πολιτική, αλλά οικονομική. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται με τους παραδοσιακούς όρους της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό είναι επίσης που δεν καταλαβαίνουν πολλοί αριστεροί και «anti-deutsch» Γερμανοί που είδαν με φόβο την επανένωση της Γερμανίας και την πιθανή αναζωπύρωση ενός παν-γερμανικού εθνικισμού βασισμένου στην ανατολική ζώνη του και ο οποίος βοήθησε στον "απο-γιουγκοσλαβισμό".

Οι τελευταίες δηλώσεις του Β. Σόιμπλε, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της Γερμανίας επιβεβαιώνουν την τάση αυτή να εκφράσει την προτεραιότητα των συμφερόντων του επιπέδου Ι, στον βαθμό που διαφωνεί με την δημοψηφισματική μορφή του "Brexit" την ίδια απάντηση που έδωσε στην Ελλάδα το 2015, δηλαδή την διαταγή για ένα είδος μόνιμης τρόικας προστατευμένης από την πολιτική και λαϊκή πίεση. Είναι επίσης μια θέση κοντά σε αυτή του τελευταίου νομπελίστα οικονομολόγου Jean Tirole που συμβουλεύει να βασίζονται σε ανεξάρτητους φορείς όπως η ΕΚΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξασφαλίζοντας έτσι τελικά τη συνέχεια της πολιτικής των κρατών που αναδιαρθρώνονται σε δίκτυο, αποφεύγοντας τις πολιτικές και λαϊκιστικές πιέσεις.